ἄλγος

ἄλγος
Grammatical information: n.
Meaning: `pain, grief' (Il.).
Derivatives: ἀλγεινός (from *ἀλγεσ-νός) A., (ἀλεγεινός see ἀλέγω) `painful, grievous'; ἀργαλέος, dissim. from *ἀλγαλέος `id.' (Hom.) - Denom. verb: ἀλγέω, -ήσω `suffer' (primary comparatives ἀλγίων, ἄλγιστος (Hom.)).
Origin: XX [etym. unknown]
Etymology: Mostly connected with ἀλέγω, (q.v.), which, however, has a clear own meaning (`take care, mind, heed'). Cf. Seiler Griech. Steigerungsformen 85 and Word 11, 1955, 288, and Szemerényi Syncope 148ff, who defends the identity. I think the meanings are too different. - No etym.
Page in Frisk: 1,65

Greek-English etymological dictionary (Ελληνικά-Αγγλικά ετυμολογική λεξικό). . 2010.

Look at other dictionaries:

  • Ἄλγος — masc nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἄλγος — pain neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • άλγος — ( ους), το (Α ἄλγος) 1. σωματικός πόνος, οδύνη 2. ψυχικός πόνος, λύπη, θλίψη αρχ. (συνήθως στον πληθυντικό) τά ἄλγεα ταλαιπωρίες, παθήματα, συμφορές. [ΕΤΥΜΟΛ. Η λέξη είναι αβέβαιης ετυμολογίας. Συνήθως συνδέεται ετυμολογικά με το ρ. ἀλέγω*… …   Dictionary of Greek

  • άλγος — το ους, πόνος σωματικός ή ψυχικός: Η είδηση για το θάνατό του μου προκάλεσε μεγάλο άλγος …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • Ἀλλότριον ἄλγος ὄνειρος. — См. На чужой спине беремя легко …   Большой толково-фразеологический словарь Михельсона (оригинальная орфография)

  • τἄλγος — Ἄλγος , Ἄλγος masc nom sg ἄλγος , ἄλγος pain neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἄλγει — ἄλγος pain neut nom/voc/acc dual (attic epic) ἄλγεϊ , ἄλγος pain neut dat sg (epic ionic) ἄλγος pain neut dat sg ἄ̱λγει , ἀλγέω feel bodily pain imperf ind act 3rd sg (attic epic doric aeolic) ἀλγέω feel bodily pain pres imperat act 2nd sg (attic …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἄλγη — ἄλγος pain neut nom/voc/acc pl (attic epic doric) ἄλγος pain neut nom/voc/acc dual (doric aeolic) ἄ̱λγη , ἀλγέω feel bodily pain imperf ind act 3rd sg (doric aeolic) ἀλγέω feel bodily pain pres imperat act 2nd sg (doric aeolic) ἀλγέω feel bodily… …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀλγέων — ἄλγος pain neut gen pl (epic doric ionic aeolic) ἀλγέω feel bodily pain pres part act masc nom sg (epic doric ionic aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀλγίων — ἄλγος pain neut gen pl (doric) ἀλγέω feel bodily pain pres part act masc nom sg (doric) ἀλγί̱ων , ἀλγίων more masc/fem nom comp sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀλγῶν — ἄλγος pain neut gen pl (attic epic doric) ἀλγέω feel bodily pain pres part act masc nom sg (attic epic doric) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.